Ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης θυμάται τον Απόλλωνα

 Μανόλης Αναγνωστάκης (1925 - 2005)

Τον Ιούνιο του 2005 ''έφυγε” για πάντα, στα 80 του χρόνια, ένας από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς, ο Μανώλης Αναγνωστάκης. Τον Δεκέμβρη του ίδιου έτους απομαγνητοφωνήθηκε και δημοσιεύτηκε στο ένθετο “7 ημέρες” της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ συνέντευξη του ποιητή, που είχε παραχωρηθεί στη ραδιοφωνική εκπομπή “Άλλη πλευρά” της Ε.Ρ.Α και μεταδόθηκε το Νοέμβρη του 1988.

Ο ποιητής υπήρξε πιστός φίλος και γνώστης του ποδοσφαίρου ως το τέλος της ζωής του. Οι απόψεις του, όπως καταγράφηκαν στη συνέντευξη αυτή, διατηρούν, δυστυχώς θα λέγαμε, μετά από 26 χρόνια, την αξία τους και την επικαιρότητα τους, όπως π.χ. για το θέμα της βίας κ.α.

Δεν είναι, ίσως, τυχαίο ότι αυτός ο αγνός οπαδός του υγιούς αθλητισμού, αυτός ο τόσο ευαίσθητος δέκτης αλλά και εκφραστής, μέσα από την ποίηση του, ενός διαφορετικού κοινωνικοπολιτικού οράματος, ήταν θαυμαστής και “αρκετά φανατικός οπαδός”, του πάντα διαφορετικού Συλλόγου μας.

Αυτός είναι, κυρίως, ο λόγος που δημοσιεύουμε, σήμερα, εννέα χρόνια μετά το θάνατο του, στο site του σωματείου μας, εκτενή αποσπάσματα της συνέντευξης εκείνης, όπως αυτούσια τα πήραμε από την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της 4ης Δεκεμβρίου 2005.

 



Ξέρω ότι δεν πηγαίνετε σε λογοτεχνικές εκπομπές, αποφεύγετε ακόμη να μιλάτε για τα δικά σας ποιήματα. Απόψε, όμως, σας καλέσαμε να συζητήσουμε για μιαν άλλη πλευρά των ενδιαφερόντων σας: το ποδόσφαιρο.
Θα μου επιτρέψετε να διευκρινίσω ότι η εκπομπή σας μιλάει για δημιουργική απασχόληση. Εγώ δεν θα αναφερθώ σε κάτι τέτοιο, ένα χόμπι απλώς έχω. Ένα χόμπι που διατηρείται από τα παιδικά μου χρόνια, περνώντας βέβαια από πολλές διακυμάνσεις. Έχω πάψει να πηγαίνω στο γήπεδο.

Από πότε αρχίσατε να παρακολουθείτε ποδόσφαιρο;


Δεν θυμάμαι από πότε, πάντως από πάρα πολύ μικρός. Από το δημοτικό σχολείο, αλλά αναμνήσεις έχω από τα χρόνια του Γυμνασίου. Αναφέρομαι σε μια “προϊστορική” εποχή, 1937 – 1940.

Ήσασταν οπαδός κάποιας ομάδας;

Ήμουν φανατικός υποστηρικτής του ΠΑΟΚ. Ήταν μια ομάδα που μεσουρανούσε στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν από τον πόλεμο. Μετά αποστάτησα, παρακολουθούσα και άλλες ομάδες και συμπαθούσα περισσότερο τον Μακεδονικό, ο οποίος ήταν μια καινούργια ομάδα τότε. Όταν το 1952 ήρθα στην Αθήνα, έγινα αρκετά φανατικός οπαδός του Απόλλωνα στη Ριζούπολη

Παραλείψατε το διάστημα της κατοχής. Παιζόταν τότε ποδόσφαιρο;


Eλάχιστα και μόνο στο τέλος του 1944 άρχισαν να εμφανίζονται ομάδες. Κι εμείς στο Πανεπιστήμιο παίζαμε μπάλα. Δεν γίνονταν όμως επίσημα πρωταθλήματα. Αυτά άρχισαν μετά το1945.

Έχουν δίκιο οι Μακεδονικές ομάδες όταν λένε ότι δεν έχουν την ίδια μεταχείριση με τις αθηναϊκές;


Νομίζω ναι. Έχουν δίκιο. Τα παλιότερα χρόνια ακόμη περισσότερο. Πρωτάθλημα ή κύπελλο ήταν σχεδόν αδύνατο να έρθει στη Θεσσαλονίκη. Ήταν επί πλέον πολύ δύσκολο παίκτης από εκεί να παίξει στην Εθνική ομάδα.

Περιγράψτε μας την εποχή εκείνη. Πως παιζόταν το ποδόσφαιρο, ποιά ήταν η ατμόσφαιρα στα γήπεδα; Μιλήστε μας για τους ποδοσφαιριστές και τις οικονομικές συνθήκες. Υπήρχαν πριμ, πως γίνονταν όταν οι μεταγραφές;

Mιλάμε για κείνη την “προϊστορική” εποχή. Δυστυχώς δεν υπήρχε το βίντεο, αυτή η μεγάλη επινόηση, που θα μας επέτρεπε σήμερα να δούμε ματς εκείνης της εποχής. Yπάρχουν βέβαια κινηματογραφημένα στιγμιότυπα, ιδίως από τα αγγλικά γήπεδα, αλλά δεν αποδίδουν το ίδιο όπως η τηλεόραση σήμερα, ούτε μπορεί κανείς να αντιληφθεί πως παιζόταν τότε το ποδόσφαιρο. Η θέση του κάθε παίκτη ήταν προσδιορισμένη. Είχε μια ακτίνα δράσεως, όχι πιο πολύ. Όταν μάλιστα έφυγε από την ακτίνα αυτή, ο κόσμος τον ανακαλούσε στην τάξη, του φώναζαν: Κράτα θέση, κράτα θέση. Τότε το ποδόσφαιρο ήταν στατικό. Δεν μπορούσες να δεις το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο, δηλαδή ένας οπισθοφύλακας να προωθείται και να σημειώνει γκολ. Αυτό ήταν αδιανόητο την εποχή εκείνη. Ήταν το κλασικό στατικό ποδόσφαιρο. Τρείς, δύο, πέντε μπροστά. Δεν ξέρω αν έτσι ήταν πιο όμορφα. Αυτά τα πράγματα μπερδεύονται και με υποκειμενικές συναισθηματικές καταστάσεις. Εγώ πιστεύω ότι μας πρόσφερε περισσότερες συγκινήσεις. Ίσως ήταν πιο άδολο, αυτός ο ερασιτεχνισμός, το πάθος για την ομάδα, το πάθος για τη φανέλα, αυτά δεν υπάρχουν σήμερα.

Το ποδόσφαιρο έγινε επαγγελματικό, και καλώς, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Είναι ένα θέαμα που πληρώνεται πολύ ακριβά. Το ζήτημα είναι να παίζεται σωστά επαγγελματικά, ο ποδοσφαιριστής να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, πράγμα που δεν γίνεται καμιά φορά, κι ο κόσμος το καταλαβαίνει. Εκτός από μερικούς νεαρούς φανατικούς, όλος ο άλλος κόσμος αντιλαμβάνεται σήμερα ότι γίνεται μια παράσταση και θέλει να είναι όσο το δυνατόν πιο καλή, πιο τέλεια. Αυτός που πληρώνει για να παράγουν αυτό το θέαμα θέλει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του. Τότε δεν υπήρχε αυτό το πράγμα. Ο φανατισμός ήταν διαφορετικός. Η ήττα δεν χαρακτηριζόταν με αυτά που λέγονται σήμερα ότι έχει πουληθεί η ομάδα ή ο τάδε παίκτης.


Προπονητές αλλάζανε γρήγορα;


Ο θεσμός του προπονητή δεν υπήρχε όπως είναι σήμερα. Ήταν συντονιστής του παιχνιδιού. Δεν υπήρχαν προπονητές “ονόματα”. Νομίζω ότι παρατηρήθηκε και στο θέατρο. Κάποτε δεν υπήρχε σκηνοθέτης. Αλλά και στις ορχήστρες. Κάποτε δεν υπήρχε μαέστρος. Σήμερα, ο ρόλος του προπονητή είναι βασικός. Δεν μπορεί να παίζει η ομάδα χωρίς αυτόν. Τότε μετρούσε περισσότερο η προσωπική αξία του παίκτη [...]. Ήταν ήρωας της γειτονιάς, της περιοχής, της πόλης. Σήμερα δεν μπορείς να τον πλησιάσεις εύκολα.

Μπορείτε να αναφέρετε κανέναν παίκτη της “προϊστορικής” εκείνης εποχής που σας είχε κάνει εντύπωση; Αλλά και μετά;


Υπήρχαν οι δύο περίφημοι Κλεάνθηδες, , ο Βικελίδης του Άρη και ο Μαρόπουλος της ΑΕΚ.Ήταν οι δύο ποδοσφαιριστές που εγώ πιστεύω πως σαν αυτούς δεν έχουν βγει άλλοι στο ελληνικό ποδόσφαιρο. Ίσως ένας τέτοιος παίκτης αργότερα ήταν ο Τάκης Λουκανίδης, ο πληθωρικός αυτός ποδοσφαιριστής της δόξας Δράμας, και ίσως ο Δομάζος [...]. Ο παίκτης που διακρινόταν ήταν ο επιθετικός, ο γκολτζής, κυρίως το σέντερ φορ, ο διεμβολέας που έμπαινε μέσα στην περιοχή. Ανεξάρτητα από σωματειακές προτιμήσεις ο κόσμος καταλάβαινε την αξία των δύο Κλεάνθηδων και τους χειροκροτούσε. Καταλάβαινε την ανωτερότητα τους. Δεν πρόλαβα μερικούς άλλους μεγάλους παίκτες, όπως τον Μεσσάρη και τον Χούμη. Ήταν πιο παλιά, 1935 – 1936. Υπήρχε ένας θρύλος γι΄αυτούς. Τους αναγνώριζαν οι οπαδοί των άλλων ομάδων και του ζήλευαν, ήθελαν να είχαν δικό τους ένα τέτοιο παίκτη.

Ποιες από τις ομάδες σας έχουν εντυπωσιάσει, ποιες έπαιζαν το καλύτερο ποδόσφαιρο;

Είναι σαν να με ρωτούσες ποιοι ποιητές, Έλληνες ή ξένοι, μου αρέσουν. Δεν τους ξέρω όλους. Δεν τους έχω διαβάσει όλους. Αν και σήμερα με την τηλεόραση, έχουμε δει τα σπουδαιότερα ματς που γίνονται στον κόσμο. Έχουμε σχηματίσει μια γενικότερη ιδέα. Κάποτε ήμασταν περιορισμένοι στα στενά όρια, δεν βλέπαμε συχνά άλλες ομάδες.

Από τις παλαιότερες ομάδες, μου άρεσε ο ΠΑΟΚ, όπως είπα. Δεν ήθελα να δω κανέναν άλλο. Ήταν ωραία ομάδα. Τα χρόνια 1957 - 60 με εντυπωσίασε η Δόξα Δράμας. Δεν είχε, όμως, συνέχεια. Ήταν μια συρροή, μια σύμπτωση παικτών: οι δύο Λουκανίδηδες, ο Ιωάννου, ο Ιγνατίου, ο Γρηγοριάδης. Είχαν σχηματίσει ένα δυναμικό που έπαιζε ένα καινούργιο ποδόσφαιρο για την Ελλάδα.

Αν πάω παραέξω, υπάρχει μια ομάδα που χωρίζει το ποδόσφαιρο προ και μετά. Αυτή, βέβαια, είναι ο Άγιαξ. Όταν τον είδα -και την Εθνική Ολλανδίας-, είπα, αυτό είναι άλλο ποδόσφαιρο, αρχίζει άλλη εποχή. Δεν άρχισε όμως αυτή η εποχή. Τα ματς που βλέπουμε σήμερα είναι πριν από τον Άγιαξ. Η ιστορία του δεν έχει επαναληφθεί, δεν έχει συνέχεια.

Μπορείτε να δώσετε μια εξήγηση γι΄αυτό;

Ήταν και εκεί μια σύμπτωση παικτών. Όπως στις κοινωνικές επαναστάσεις. Μαζεύονται μυαλά. Δεν μπορώ να δώσω εξήγηση, γιατί βλέπω πως δεν υπάρχει προϊστορία στο ολλανδικό ποδόσφαιρο, αλλά και ό,τι ακολούθησε είναι ένα ωχρό κακέκτυπο αυτής της μεγάλης ομάδας. Μετά έμειναν φύλλα και φτερά. Πουλήθηκαν, πήγαν σε άλλες ομάδες, αλλά δεν απέδωσαν. Τους έλειπε αυτό το σύνολο που ήταν ο Άγιαξ. Νομίζω πως θα ήταν μεγάλη προσφορά η τηλεόραση να δείξει παλιά ματς του Άγιαξ. Έτσι μονάχα μπορεί να διαπαιδαγωγηθεί ο νέος φίλαθλος για το τι είναι το ποδόσφαιρο.

Από τα δύο στυλ ποδοσφαίρου, το λατινοαμερικανικό και το αγγλοσαξονικό, ποιο προτιμάτε;

Φυσικά το λατινικό, βέβαια. Το βραζιλιάνικο. Και αν σας είπα για τον Άγιαξ, δε σημαίνει ότι υποτιμώ τη μεγάλη Βραζιλία. Μπορεί, όμως, να ηττηθεί από μια μικρότερη ομάδα, γιατί δεν θυσιάζει το θέαμα μπροστά στην ουσία. Αυτό το θέαμα πάντα μας αρέσει, αλλά έχουμε κακομάθει στο αποτέλεσμα, θέλουμε το αποτέλεσμα, τη Βραζιλία δεν μπορεί κανείς να την εμπιστεύεται σ΄αυτό. Το θέαμα που παρουσιάζει, η επιθετική της πεντάδα ιδίως, είναι πραγματικό μπαλέτο.

Για τη βία στο ποδόσφαιρο τι γνώμη έχετε;

Δεν πιστεύω ότι τη βία πρέπει να τη χρεώνουμε στο σημερινό ποδόσφαιρο. Είναι ένα γενικότερο φαινόμενο της εποχής μας. Δεν έχει αφορμή το ποδόσφαιρο. Η βία υπήρχε πάντα στο ποδόσφαιρο, είναι συνυφασμένη με την αντιπαλότητα, με την αντιπαράθεση. Δύο ομάδες συγκρούονται, υπάρχουν οπαδοί, οι οποίοι ενθουσιάζονται, φανατίζονται, εξοργίζονται και εκρήγνυνται. Τα φαινόμενα των βιαιοτήτων υπήρχαν από καταβολής ποδοσφαίρου. Προϋπήρξαν οι πετροπόλεμοι μεταξύ συνοικιών στην παλιά Αθήνα. Μιλώ για προγραμματισμένες πετροπόλεμους. Πάντα στο ποδόσφαιρο γίνονταν βιαιότητες. Αλλά την εποχή εκείνη ήταν και λιγότερος κόσμος στα γήπεδα και ολιγαριθμότερες οι πόλεις. Τα επεισόδια περιορίζονταν μέσα στον χώρο και συνήθως μετά τον αγώνα. Σήμερα ξεκινούν και πριν από το ματς, σαν να είναι κάτι προγραμματισμένο. Τότε δεν πηγαίναμε για να δημιουργήσουμε φασαρία. Αυτό γινόταν από τις αδικίες που βλέπαμε από τον διαιτητή, ή κάποιες άλλες, και όλα μαζί δημιουργούσαν μια εκρηκτική διάθεση μέσα στο γήπεδο.

Σήμερα υπάρχει μια κρίση, μια αμφισβήτηση αξιών. Όλοι υποπτεύονται τους πάντες, όλοι ξέρουν ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι αγνό, άδολο, ότι ο παίκτης που αγωνίζεται δήθεν για την ομάδα του, έπειτα από ένα μήνα θα πουληθεί σε άλλη ομάδα. Δίκαια ο φίλαθλος δυσπιστεί, ξέρει ότι πίσω υπάρχουν ισχυροί παράγοντες, κεφάλαια και συμφέροντα τεράστια. Ο περισσότερος κόσμος θέλει να δει το θέαμα και πολλές φορές δεν το βλέπει. Εκείνοι όμως που παθιάζονται για την ομάδα τους αντιλαμβάνονται ότι κάτι υπάρχει πίσω από αυτό, κάτι που δεν τους αρέσει. Αυτό τους ωθεί σε ακρότητες. Εδώ, βέβαια, πρέπει να καταλογίσουμε ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης στον Τύπο, ιδίως στον αθλητικό Τύπο, με τους τεράστιους τίτλους. Πριν από τον αγώνα προαναγγέλει ότι θα τους λιώσουμε, θα τους τσακίσουμε, θα τους γδάρουμε. Πως αυτό να μην περάσει στο αγράμματο παιδί από τη συνοικία, που ήρθε να παρακολουθήσει τον αγώνα της ομάδας του;

                                                                                                     Επιμέλεια

                                                                                                     Κώστας Χαραλαμπίδης
Εκτύπωση Άρθρου : Print Friendly and PDF Κοινωνικά :
 
Support : Δημιουργία ιστοσελίδας | Al.Ge Template | Πρότυπο ΒΒ2
Copyright © 2013. Γ.Σ. Απόλλων Σμύρνης 1891 - All Rights Reserved
Τεχνική Επιμέλεια - Al.Ge
Proudly powered by Al.Ge Template