ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΟΛΟ ΑΝΗΦΟΡΑ

Ο βάρδος του ελληνικού λαϊκού 
τραγουδιού Στέλιος Καζαντζίδης.


Στις 14 Σεπτεμβρίου του 2001, έφυγε για το τελευταίο του ταξίδι ο Στέλιος Καζαντζίδης. Δύο, περίπου, χρόνια μετά κυκλοφόρησε ένα βιβλίο – αφιέρωμα στη μνήμη του μεγάλου βάρδου του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού με κείμενα γραμμένα από ανθρώπους της λογοτεχνίας, της μουσικής και της τέχνης που είχαν αγαπήσει τον ίδιο και το έργο του από κοντά ή και από μακριά. Ο Κώστας Καλημέρης, εκπαιδευτικός και κριτικός λογοτεχνίας και φίλος του ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ήταν ένας από αυτούς που γράψανε για τον Στέλιο στο βιβλίο αυτό. Στο κείμενο του με τίτλο ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΟΛΟ ΑΝΗΦΟΡΑ, που ευγενικά μας παραχώρησε για δημοσίευση στο site του Συλλόγου μας με αφορμή τα 13 χρόνια από τον θάνατο του Στέλιου, υπάρχει αναφορά στον ΑΠΟΛΛΩΝΑ και κάποιους ποδοσφαιριστές του μέσα από το πρόσωπο κάποιου «Φίλιππου». Ο Φίλιππος Κοντόπουλος, που τόσο άδικα «έφυγε» στα τριάντα εννιά του, ήταν γείτονας του συγγραφέα, στον Βύρωνα, και βαμμένος Απολλωνιστής. Τον θυμάμαι και εγώ. Δύο φορές, μάλιστα, είχαμε έρθει μαζί στη Ριζούπολη και καθόμασταν δίπλα - δίπλα.
Σκεφτήκαμε να ανεβάσουμε το σύντομο αυτό αφήγημα στο site μας και γιατί σπάνια βρίσκουμε κάτι για τον ΑΠΟΛΛΩΝΑ στη νεοελληνική λογοτεχνία και γιατί το κείμενο είναι δυνατό και συγκινητικό αλλά και επειδή, έστω και με αφορμή μια θλιβερή επέτειο, αξίζει να θυμηθούμε πάλι τον Στελάρα αλλά και τον Φίλιππό μας.
Ο ίδιος ο τίτλος, εξάλλου, νομίζω πως ταιριάζει πολύ στους αγώνες που έχει δώσει και θα δίνει, εντός και εκτός γηπέδων, η ομάδα μας, με τη διαφορετική φωνή στους όλο ανηφόρα καιρούς που ζούμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ








 ΜΙΑ ΦΩΝΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΟΛΟ ΑΝΗΦΟΡΑ

Άμα πετύχει το ξενύχτι, ζούμε μια ολοκληρωτική εξαφάνιση. Μοιάζει με σκούνα που ταξιδεύει έξω απ’ το χρόνο, μέσα στο πέλαγο. Σαν να μην υπάρχει στόχος και προορισμός. Είναι η στιγμή του αμόλα. Όλα ξεχύνονται ανυπόμονα, στο σημείο συνάντησης του μαύρου με το κόκκινο. Πάντα ο ζωγράφος της αυγής, από το μαύρο αρχίζει να βάφει τη θολή γραμμή και να τήνε ροδίζει. Όμως οι τυχεροί χρειάζονται ύπνο. Είναι δουλειά να περνάς ωραία. Κουράζει. Διπλά.
Ήταν δέκα το βράδυ, όταν χώθηκα στο καφενεδάκι του κυρ-Τάσου. Χαμηλά την Ιφικράτους. Άτιτλο και πριβέ το μαγαζάκι σαν να απόμεινε και σ’ αυτά τα λίγα τετραγωνικά, αφού δεν υπήρχαν πια τσαγκάρηδες, μόνο καφενεδάκι μπορούσε. Όχι για κέρδη για συντήρηση. Τέσσερα τραπεζάκια τετράγωνα για ρούφηγμα κι ένα στρογγυλό για πιθανό χαρτί. Ένα ψυγείο, παραβάν για ένα τετραγωνικό με τα τσιμπράγκαλα του ψιλομαγειρέματος ( κανείς δεν έμπαινε κει μέσα ), μια τηλεόραση προπολεμική στον τοίχο (μόνο για έργα κι όχι για ποδόσφαιρο, έλεγε ο κυρ Τάσος). Το ένα τραπεζάκι ήταν του καφετζή, στέκι μέσα στο στέκι. Κάτω στο υπόγειο, τουαλετίτσα και πιο πέρα, ένα κρεβάτι, όπου ο ιδιοκτήτης θυσίαζε τον ύπνο του για ένα κομμάτι ανεξαρτησίας, η κόρη είχε μεγαλώσει και δεν γούσταρε την παρέα της γυναίκας του.
Ρε καλώς τον. Πως χάθηκες;
Ας πούμε τον τελευταίο καρό τραβάω λίγο τις κουρτίνες, του είπε.
Ψόφαγε γι’ αστεία και παραβολικές ατάκες. Κι εκείνη τη νύχτα άρχισε έτσι.
Υπάρχουν νύχτες, που δεν βγαίνουν με τίποτε. Σαν υποχρεωτικός εκκλησιασμός. Κι άλλες που κάνουν αντίδραση. Έτσι ήταν η χθεσινή. Όταν πετύχαινε η νύχτα, ο κυρ - Τάσος τραβούσε τις κουρτίνες ( εξ ου και το πείραγμα) και τράταρε την πολύ ειδική παρέα. Έβαζε λίγο απ’ το δικό του κι έφερνε πάντα λευκό κρασί γιατί το κόκκινο τον μπούκωνε. Πολυμορφικό το μαγαζάκι, μια τρύπα για όλα τα μεγέθη.
Λίγο αργότερα ήρθαν ο Νίκος και ο Γιώργος, ομάδα αυτοκτονίας, ηδονές, ποδόσφαιρο, πολιτική, τραγούδια, τέχνες και γυναίκες, όλα με μια δόση απολιτικ. Αυτοσχεδιασμός, θυμός, αυτοσαρκασμός, άφθονο μπέρμπον, πείραγμα, παιχνίδι, όλοι ενάντια σε ρόλους. Τέτοιες στιγμές πρέπει να βγαίνεις απ’ τη θέση σου και να είσαι η να παίζεις τον θορυβημένο.
- Τελεία και παύλα, είπε για κάτι ο Γιώργος και αυτός σκέφτηκε «στο χώρο ανάμεσα στο σοβαρό και το αστείο, οι άνθρωποι με λίγο ποτό κάνουν παπάδες». Και να, τι ωραία που περνάμε, ο κυρ - Τάσος, και να, σιγκαρίλας φίνας, να φωνάζει με φωνή μανάβικη.
- Τι μαλακίες, η περσόνα του συγγραφέα, ακούστηκε κάποια στιγμή να σιχτιρίζει ο Νίκος κι όλο το πράγμα άρχισε να παίρνει αντιστικτική μορφή. Ο Νίκος ήξερε πως για να καταλήξει η νύχτα οργκάσμια έπρεπε να κρατηθούν ισορροπίες στο βαθμό των αντιθέσεων, στη μονοπώληση των θεμάτων, στις ρήξεις και τα πειράγματα. Με φόντο πάντα τη σιωπηρή παρουσία γυναικείων αναμνήσεων. Υπάρχουν παιδιά της πουτάνας, έλεγε ο Νίκος, αταξινόμητα, που γεννήθηκαν εκεί που δεν έπρεπε, από μια κακή ταξική γέννα, με το τραύμα μιας άδικης κατάταξης, χαρισματικά και προδομένα. Ευαίσθητα και περίεργα στη σχέση τους με τις γυναίκες. Μια πληγή ανοιχτή, που ‘χει να κάνει με το σημείο της γέφυρας στο οποίο βρισκόντουσαν, ανάμεσα στο χτες και στα νέα χρόνια. Σ’ αυτό έμοιαζε ο Νίκος με το Μήτσο, αλλά και με τον Φίλιππο. Πολύ αρσενικοί, ανεξάρτητοι αλλά και αδέρφια με τις γυναίκες.
Το βράδυ εκείνο, ο κυρ-Τάσος επιθύμησε Καζαντζίδη. Έπαιζε μπρος πίσω τις αναμνήσεις του. Κέρασε κοτόπουλο κοκκινιστό και γελούσε συνέχεια. Ήτανε ώρα – μαμή για πάρτη του και το διασκέδαζε. Κι έκανε πρόγραμμα με τις πιο άθλιες κασέτες λες κι ήταν τηγανισμένες, ένας Στέλιος μες στην τσίκνα, όπως του ταίριαζε. Μέσα σ’ αυτή τη φιλική τοιχογραφία ο κυρ - Τάσος έπαιρνε και έδινε κέφι. Και το καλό σ’ αυτές τις συνάξεις είναι ότι ο καθένας κρατούσε και ξεχωριστό ημερολόγιο. Άρχισε λοιπόν να μετράει, χίλια εννιακόσια πενήντα, χίλια εννιακόσια πενήντα δύο, ακολουθώντας χρονολογία κυκλοφορίας στα τραγούδια και τις αναμνήσεις του. Ένας μαρτυρικός DJ που σιγόνταρε το χρονικό του. Αθήνα, Άμφισσα, Θεσσαλονίκη, μετά Καβάλα, πίσω στον Πειραιά, χάνονταν και εξαφανίζονταν δίνοντας που και που σινιάλο. Ωραίο ταξίδι, ωραίο ταμείο στην προσωπική του Ατλαντίδα. Εβδομηντάρης, χαμηλός, με περιποιημένα νυχάκια και τσατσαρωμένο λιγοστό μαλλί. Πολλή ζωή για τόσο αξιοπρεπή χασούρα. Τον έβλεπε να πίνει το λευκό του κρασί και με αλλόκοτη ικανοποίηση και σκέφτηκε ότι μιλάμε πάντα παραβολικά, όταν μιλάμε για χρόνους χαμένους.
Η φωνή του Στέλιου έβγαινε απ’ τα έγκατα, τους είπε.
Και του Τσαουσάκη απ’ τ’ αρχίδια, αντιμίλησε ο Νίκος. Δεν γλίτωνε κανείς τότε απ’ τον Στέλιο. Μια εποχή και μια φωνή όλο ανηφόρα. Όρθιοι, ρε πούστη, δεν λέω, αλλά ήτανε όλο αυτό ένα πράγμα. Δεν μπορούσες να ξεφύγεις.
Μόνο αυτός άρχιζε και τελείωνε με άρση, είπε ο Γιώργος, ικανοποιημένος απ’ το χτύπημα.
Άρση και του Ιακώβου όλο το σινάφι, μαλάκα. Πόνα, αλλά μην κλαίς. Ήρθαμε οι νεώτεροι και δεν μπορούσαμε να ξεφύγουμε απ’ αυτό το πράγμα. Έπρεπε να το κοροϊδέψουμε ή έτσι νομίζαμε για να σωθούμε. Άμα δεν αγαπάς τις λέξεις, αλλά το νόημα, τότε το βλέπεις ν’ αλλάζει, δεν σου κάνει, ψάχνεις καινούργια πράγματα... Μας έμεινε το κλάμα αμανάτι.
Ο Νίκος μεγάλωσε με την επιστροφή του ρεμπέτικου κι είχε άλλες εμμονές. Κι ο Γιώργος δεν ήθελε να λείπει κανείς απ’ το τραπέζι. Η συζήτηση ούτως ή άλλως έκανε φτερά. Τα γκέλ δεν τελειώνανε, ούτε στενογράφος τα προλάβαινε, νύχτα μαγική απρόοπτη. Κι ο καφετζής το χαβά του. Ήταν η απώλεια της πατρίδας, της δουλειάς. Κι η κατάθλιψη, που συνδέεται μ’ αυτή την απώλεια. Τραγούδησε την εποχή του η καταστροφή και η ανοικοδόμηση ήταν ένα και το αυτό. Κι Αράπικα κορμιά, Μαντουβάλα, Έξω ντέρτια και καημοί, Έφυγε, Φαράχ, Καρδιά παραπονιάρα…. Και σιγκαρίλας φίνας, σιγκαρίλας φίνας, μοστράροντας φτηνιάρικα πουράκια. Πίκρα, πόθος, όνειρα και ματαίωση. Μια εποχή, που έλεγε ο Νίκος, εκτεταμένης ανοικοδόμησης και φευγιού, μια πραγματικότητα αμετακίνητη. Κι όμως, η βραδιά είχε έρμα και πολλές εικόνες, ονόματα γυναικών, γονείς, λοχίες, ψαράδες, συγγένειες, πρόσωπα που χάθηκαν. Προσωπικές τραγωδίες, που δεν είναι της ώρας. Τα πιάνανε όλα του κυρ - Τάσου, αλλά είπαμε παραβολικά. Κι ο καφετζής ήταν όλο ευγνωμοσύνη, γιατί ο καθηγητής, ο Νίκος κι ο Γιώργος ήταν φίνα παιδιά, άναβαν φωτιές στη φιλία κι εξαφανίζονταν. Καθηγητής, χασάπης κι ηθοποιός, ήταν η διαλεχτή παρέα του ιδιοκτήτη.
Η φράση που του επιτέθηκε στους κύκλους του καφέ μες στη φούχτα του κι ο πρωϊνός θόρυβος τον μετακίνησαν για τα καλά. Είχε φάει μεσημεριανό και τώρα έπινε καφέ αντιστεκόμενος στη νύστα. «Νύχτα κοιμάμαι», είπε, «νύχτα να ξανακοιμηθώ». Και μπήκε στην εικόνα της κουζίνας για να ξαναδεί το Μήτσο να πίνει Καρέλια Αγρινίου, κιτρινισμένα δάχτυλα και μουστάκι, την εποχή που έδινε εντολές να χτίσουνε το σπίτι, να πίνει το ούζο του σε πλάνα καπνού. Ήρεμη δύναμη. Μάστορας. Κυνηγημένος άντρας μοναχός, ωραίος, πήγαινε πάσο ακόμα κι όταν είχε δίκιο. «Γαμώ» το ένα, «γαμώ» το άλλο, με χίλιους διαφορετικούς τρόπους. Σκληρή κατοχή, ηλεκτρολόγος σπουδαγμένος στου Αναστασιάδη, κάποια εποχή δοκίμασε και τα ηλεκτροσόκ σε ψυχιατρική κλινική της μετεμφυλιωτικής Ελλάδας. Γαμώ τα ατσαλένια ράκη. Πιστός θαυμαστής του Στέλιου ο Μήτσος, του έβαζε λόγια, όταν εκείνος ήταν μικρός, πίστευε ότι ο Γκαγκάριν δεν είδε τελικά τον θεο, ότι το ’68 οι Αμερικάνοι σκηνοθέτησαν την προσσελήνωση και άλλα, γαμώ. Ο Καζαντζίδης τον έριχνε πάντα σε αριστουργηματικές σιωπές κι η φράση που επαναλάμβανε δικαιολογημένη ή όχι ήταν «Όλο το δώρο του κόσμου είναι να αισθανθείς τίποτα».
Ο Μήτσος και ο Φίλιππος δεν ήταν πια στη ζωή. Δεν συναντήθηκαν ποτέ. Κάπου αλλού τώρα θα χορεύουνε τη νόσο των δυτών, αφού έφυγαν με τον ίδιο τρόπο. Λάτρευαν κι οι δυο το Στέλιο. Ο Μήτσος έφυγε στα εβδομήντα του. Ο Φίλιππος στα τριανταεννιά. Ήταν έμπορος ηλεκτρικών ειδών στην Κυψέλη κι έμενε στη μονοκατοικία της Χρυσάφη, στο 26 ακριβώς απέναντι απ’ το σπίτι του, σε μια λουλουδιαστή αυλή που μύριζε αγιόκλημα και παστουρμά. Αγαπούσε τύπους σαν το Μήτσο φώναζε όμως «στη γωνιά η γενιά» γιατί από ένα σημείο κι έπειτα τους θεωρούσε γραφικούς. Παρατημένη Εμπορική, ήταν η αποθέωση του αυτοσαρκασμού. Παρατημένη εμπορική και εμπόριο. Αν ο Μήτσος ήταν κάτι μεταξύ του Τίτου Βανδή και του στρατηγού Σαράφη, ο Φίλιππος ήταν πιο κοντά στον Λογοθετίδη. Ο Μήτσος είχε σαϊτιά μαγκίτικη, πάντρευε τον λούμπεν με τον εργάτη κι αν ήταν τραγούδι, θα΄ ταν το Έρημος, μόνος, σε ξένη χώρα, καταραμένη να΄ ταν η ώρα, που μ’ έχεις φέρει στα μαύρα ξένα… Λείπει χρόνια, του θύμιζε όμως πάντα την ατάκα του Κούρκουλου , όταν τον ρώτησε η Χρονοπούλου, που πας, Κάπου, που να μπορώ να ανασάνω. Γι’ αυτό ήξερε να βγάζει περίπατο το βλέμμα του.
Ο Φίλιππος πατούσε συνέχεια στη ζώνη της φιλίας. Ερωτιάρης και φίλος των γυναικών, έως εξομολογητής, γούσταρε το απείθαρχο συναίσθημα του Στέλιου, πίστευε όμως ότι μας έλεγε ό,τι θέλαμε να ακούσουμε.
Γινήκαν όλα και πολύ γρήγορα, είπε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στο μπαλκόνι, όση ώρα βλέπανε τιβί. Ούτε οι ποιητές ούτε οι τραγουδιστές πρόλαβαν να τα ερμηνεύσουν, έδειχνε κατανοήση. Έβγαζε άναρθρες κραυγές, όταν μιλούσε για τον Γκαρίντσα, τον Πούσκας ή τον Κούδα. Κι είχε το στέκι του, τη Συνάντηση, γωνία Μεγάλου Σπηλαίου και Κεδρινού, πίσω απ’ το Αντικαρκινικό, όπου στήνανε απερίγραπτες πρέφες. Ήτανε Απολλωνιστής, Ελαφρά Ταξιαρχία, η αριστερή ομάδα στο πρωτάθλημα και κάθε Κυριακή, η ψυχή του ήταν στη Ριζούπολη. Σάββας Παπάζογλου, Γιώργος Καμάρας, Αντώνης Δερμάτης, Στάθης Τσανακτσής, Συμιγδαλάς, Μαστρακούλιας, Λάμπης Σεραφείδης. Θα μπορούσαν να μιλούν με το Μήτσο για τον καλύτερο προπολεμικό ποδοσφαιριστή, τον Άγγελο Μεσσάρη, πράσινο, Παναθηναϊκός, ή τον αλήτρα αλλά ωραίο παίκτη του Αιγάλεω, τον Εξωμανίδη.
Ο άνθρωπος είναι μια μηχανή που σπάνια βγάζει τον αληθινό της ήχο, του Φίλιππου βέβαια έλλειπε ο σιγαστήρας απ’ την εξάτμιση. Κοντός, μ’ ανακατωμένα μαλλιά, έδειχνε αμέσως ποιος είναι και σε ξελίγωνε στα γέλια. Έτσι έριχνε τους ανθρώπους και τους έριχνε στο χώμα. Αγκιτάτορας, ήξερε άριστα τη λαϊκή διάλεκτο, έβγαζε παρατσούκλια, με λίγα λόγια αν τον τράκαρες, ξέχναγες που ήθελες να πας. Ήταν όλος ένα συμφωνικό ποίημα άναρθρων κραυγών. Άκουγε όπερα, αγαπούσε Χατζιδάκη, ρεμπέτικα, Καζαντζίδη, λυνόταν μ’ ένα τρι και τρι και τρι, τι γλυκιά πουν’ η ζωή, του Μίκη και γονάτιζε στο άκουσμα της Λίτσας Διαμάντη. Αυτό ήταν ο Φίλιππος. Πώς να τα βγάλεις πέρα μαζί του, που του μιλούσες και σου απαντούσε με δελτίο καιρού; Μεγάλη του λατρεία, η βδομαδιάτικη λειτουργία στο «Χάραμα» Τσιτσάνης, Μπέλλου κι όλη η παρέα. «Πω, πω, κάτι μάτια, μ’ έκαναν κομμάτια» το τραγούδι του. – Γινήκαν και πολύ γρήγορα όλα αυτά, είχε πει στην βεράντα εκείνη την Άνοιξη. Και είναι παγίδα, ξέρεις, γιατί τελικά νομίζεις ότι μπορείς να επιλέξεις. Εκ των υστέρων είδαμε ότι και η ποίηση και το τραγούδι δεν ερμήνευσαν έγκαιρα αυτό που συνέβαινε. Ήταν η εποχή που έμπαινε στην τελική ευθεία. Το κακό στον πνεύμονα του ‘φερνε κοφτές ανάσες. Τους κάλεσε όλους και όλες στο τελευταίο πάρτι. Το ήξεραν όλοι και ο ίδιος, αλλά δεν το κουβέντιαζαν. Είχε μείνει μισός, περπάτησε αργά προς το πικάπ, έβαλε κάτι και είπε ότι θέλει να χορέψει ζεϊμπέκικο. Έλεος. Έβαλε το Δύο πόρτες έχει ή ζωή. Πανικός. Το σκάγανε δύο δύο στην αυλή, να κλάψουν μην τους πάρει χαμπάρι. Κάναν την αυλή τουαλέτα. Κλαίγαν και επιστρέφανε χτυπώντας παλαμάκια. Κι εκείνος χόρευε ασθμαίνων, λες κι έτρεχε τα τελευταία χιλιόμετρα στηπλ. Χορός θανάτου, χωρίς να πιάνει το τιμόνι. Με μουσική. Ήταν οι Πόρτες του Στέλιου, μπορεί και των DOORS. Δεν θα μάθουμε ποτέ τι έπαιζε εκείνος που δεν τον αφήνουν πια να παίξει. Παιχνίδι, δηλαδή επιθυμία. Κι η πιο μεγάλη επιθυμία είναι να την φαντάζεσαι, ακόμη κι όταν δεν μπορείς. «Είναι ώρα να του δίνουμε» είπε ο κυρ -Τάσος. Και τότε ο ηθοποιός σήκωσε το ποτήρι του « Χάσαμε για πάντα την ευκαιρία να γίνουμε Οθέλοι».



Εκτύπωση Άρθρου : Print Friendly and PDF Κοινωνικά :
 
Support : Δημιουργία ιστοσελίδας | Al.Ge Template | Πρότυπο ΒΒ2
Copyright © 2013. Γ.Σ. Απόλλων Σμύρνης 1891 - All Rights Reserved
Τεχνική Επιμέλεια - Al.Ge
Proudly powered by Al.Ge Template